αλαφιάζω


αλαφιάζω
αλαφιάζω, αλάφιασα βλ. πίν. 35

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αλαφιάζω — 1. φοβίζω, τρομάζω κάποιον 2. τρομάζω ο ίδιος, ξαφνιάζομαι, τά χάνω, τό βάζω στα πόδια 3. παθ. καταλαμβάνομαι από ταραχή, φοβάμαι 4. (παθ. μτχ.) αλαφιασμένος, η, ο α) φοβισμένος, ταραγμένος β) λαχανιασμένος γ) επιρρεπής στον φόβο, μη ψύχραιμος.… …   Dictionary of Greek

  • αλαφιάζω — ιασα, ιάστηκα, ιασμένος 1. μτβ., φοβίζω, τρομάζω: Ήρθες ξαφνικά και μ αλάφιασες. 2. αμτβ., φεύγω φοβισμένος, ταραγμένος: Με τις φωνές και το ποδοβολητό αλάφιασε και έτρεξε για τον κρυψώνα του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λαφιάζω — αλαφιάζω, φοβίζω, τρομάζω κάποιον ή τρομάζω ο ίδιος, ξαφνιάζομαι, ταράζομαι, φοβάμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < λάφι ή αλαφιάζω (με σίγηση τού αρκτικού φωνήεντος) < αλάφι ή ελαφιάζω] …   Dictionary of Greek

  • ελαφιάζω — αλαφιάζω, προκαλώ ξαφνικά φόβο ή ταραχή …   Dictionary of Greek

  • αλάφι — και λάφι, το το ελάφι. [ΕΤΥΜΟΛ. < λ. ελάφι Ο μεν τ. αλάφι με προληπτική αφομοίωση τού ε σε α, ο δε τ. λάφι με σίγηση τού αρκτικού φωνήεντος. ΠΑΡ. νεοελλ. αλαφάκι, αλαφιάζω, αλαφίνα, αλαφόπουλο. ΣΥΝΘ. νεοελλ. αλαφοκέρατο, αλαφοκυνηγάρης.… …   Dictionary of Greek

  • αλάφιασμα — το [αλαφιάζω] ξάφνιασμα, ταραχή, τρομάρα …   Dictionary of Greek

  • αλαφιασμένος — η, ο παθ. μτχ. τού αλαφιάζω …   Dictionary of Greek

  • τρομάζω — τρόμαξα, τρομαγμένος 1. μτβ., φοβίζω κάποιον ξαφνικά ή δυνατά, τον αλαφιάζω: Δε σε κατάλαβα και με τρόμαξες. 2. αμτβ., κυριεύομαι ξαφνικά από φόβο, πανικοβάλλομαι: Τρόμαξα μόλις τον είδα έτσι. 3. συναντώ μεγάλη δυσκολία σε κάτι, κάνω κάτι με… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)